Newsletter

Εγγραφείτε στο newsletter μας:

Σχετικά μέ τόν Όμπάμα, άνευ προκαταλήψεων....

2012-11-08 16:41

 

 

Η εξωτερική πολιτική του Ομπάμα, δεν μπορεί να θεωρηθεί φιλορωσική. Αν κέρδιζε όμως ο Μιτ Ρόμνεϊ, δεν θα γινόταν και πάλι, καμιά καταστροφή για τη Μόσχα. Αλλά παρόλα αυτά, το πρωΐ του εκλογικού θριάμβου του Μπαράκ Ομπάμα, ένιωσα μια αίσθηση χαράς και ανακούφισης.
Σχετικά με τον Ομπάμα, άνευ προκαταλήψεων…
Η δεύτερη θητεία του Ομπάμα δεν θα κάνει την Αμερική και τη Ρωσία τους πιο εγκάρδιους φίλους. Πηγή: ΑΡ

Στη σύγχρονη πολιτική ζωή, είναι τόσα πολλά, τα τρελά και τα παράλογα. Αλλά η νίκη του Ομπάμα δίνει ελπίδα. Η Μόσχα και η Ουάσινγκτον, θα πάψουν να τσαντίζονται για λόγους που αφορούν σε απαρχαιωμένες ιδεοληψίες, ιδεολογικές προκαταλήψεις, αλλά θα ανταγωνίζονται στη βάση των διαφορετικών εθνικών τους συμφερόντων.

 

Η Ρωσία, ήταν κάποτε το επίκεντρο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Σήμερα (στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου), αν παραμένουμε στην επικαιρότητα, αυτό οφείλεται στις αναφορές για τη χώρα, σε κάποια σημεία των ομιλιών του Ρόμνεϊ.

 

Λίγες μέρες πριν από τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ στη Μόσχα, συναντήθηκα με ένα πρώην υψηλόβαθμο αξιωματούχο του επιτελείου ενός από τους (πρώην) ρεπουμπλικάνους αμερικανούς προέδρους. Η σημερινή επιχειρηματική ενασχόληση του συνομιλητή μου, εξαρτάται από τις καλές σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Αμερικής.

 

Από την έκβαση των επικείμενων εκλογών, είπε, επιδεικνύοντας ένα εκπληκτικό «βρετανικό φλέγμα», «τι μπορεί πραγματικά να αλλάξει αν κερδίσει ο Ρόμνεϊ; Στη σύγχρονη Αμερική, υπάρχει πολύ λίγος χώρος για ελιγμούς σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Οι πόροι μας, δεν είναι πια αυτοί που ήταν. Και τα σημεία, που τα συμφέροντα των ΗΠΑ συγκρούονται με τα ρώσικα συμφέροντα  - και με την θετική, αλλά και με την αρνητική έννοια – είναι ακόμη λιγότερα».

 

Μια τέτοια εκτίμηση, δεν είναι απλά μια δικαιολογία. Η Κίνα και το Ιράν, αυτές είναι οι χώρες που και οι δημοκρατικοί και οι ρεπουμπλικάνοι στην Ουάσιγκτον θεωρούν σαν τα (σημερινά) κύρια προβλήματα τους. Και η Ρωσία, είναι ένα πρώην μεγάλο πρόβλημα. Είναι μια χώρα, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν ένα ρητορικό υλικό απέναντι στους απλούς ανθρώπους, των οποίων η νεότητα συνέπεσε με την εποχή του Ψυχρού Πολέμου.

 

Αλλά, μπορούμε να υποτιμήσουμε τη σημασία της ρητορικής στην πολιτική; Όχι, και μάλιστα διπλό όχι. Οι λέξεις, αλλά και οι σκέψεις, είναι υλικές. Μόνο στα απομνημονεύματα τους, οι πολιτικοί λαμβάνουν αποφάσεις με βάση τις ανάγκες της καθημερινότητα και των πλαισίων των δυνατοτήτων που έχουν εκείνη τη δεδομένη στιγμή. Στην πραγματικότητα, με το πρόσχημα των δυνατοτήτων επιλογών, συχνά κρύβονται συγκεκριμένες προκαταλήψεις.

 

Ας πάρουμε για παράδειγμα, την απόφαση για τη συμμετοχή της Αμερικής στον πόλεμο του Βιετνάμ σε πλήρη κλίμακα, που έλαβε ο ηγέτης των ΗΠΑ, Λύντον Τζόνσον. Ο Τζόνσον, σύμφωνα με τους βιογράφους του, κατάλαβε ότι καταστρέφει την ψυχή της προεδρίας του. Με την υλοποίηση στην πράξη του συνθήματος του, για της οικοδόμηση μιας «μεγάλης κοινωνίας», ο πρόεδρος Τζόνσον, ήθελε να εισέλθει στην ιστορία της χώρας, σαν ένας μεγάλος κοινωνικός μεταρρυθμιστής.

 

Το πρόβλημα του Βιετνάμ, στην πραγματικότητα έθεσε στον πρόεδρο δύο επιλογές: Η μια, ήταν η «μεγάλη κοινωνία», η άλλη, ο πόλεμος. Ο Τζόνσον ήταν δοσμένος ψυχή τε και σώματι, στην ιδέα της μεγάλης κοινωνίας. Αλλά η κυρίαρχη σκέψη στο μυαλό του προέδρου, ήταν η για την εποχή εκείνη μοντέρνα έννοια της εξωτερικής πολιτικής, η θεωρία των ντόμινο.

 

Το κρίσιμο σημείο αυτής της θεωρίας είναι το εξής: αν αφήσετε ένα κομμάτι ντόμινο - μια χώρα στη Νοτιοανατολική Ασία - να γίνει κομμουνιστική, τότε όλα τα άλλα κράτη της περιοχής, θα ακολουθήσουν αναπόφευκτα, την ίδια πορεία.

 

 Αλλά η θεωρία των ντόμινο αποδείχθηκε μια προκατάληψη. Ο πρόεδρος Τζόνσον, και τον πόλεμο έχασε, και κατέστρεψε το όνειρό του για μια «μεγάλη κοινωνία».

 

Οι προκαταλήψεις του σήμερα

 

Δεν νομίζω ότι, αν εκλεγόταν πρόεδρος, ο Ρόμνεϊ, θα ξεκινούσε κάποια νέα περιπέτεια σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής. Μπορεί και να το έκανε, μπορεί και όχι. Η σκέψη μου όμως, γυρίζει γύρω από ένα άλλο θέμα. Τη διαφορά μεταξύ Ομπάμα και Ρόμνεϊ, στο πώς βλέπουν τις προκαταλήψεις στη διεθνή πολιτική σκηνή. 

 

Ο Ομπάμα, είναι ένας ψύχραιμος πραγματιστής. Δεν είναι «προσκολλημένος»  στο παρελθόν, αλλά κοιτάει δυναμικά στο μέλλον. Ο Ρόμνεϊ, είναι ένας πολιτικός του οποίου η σχέση με τις προκαταλήψεις, είναι ασαφής. Κανείς δεν μπορεί να μπει στις σκέψεις ενός ανθρώπου, πόσο μάλλον στο μυαλό ενός πολιτικού. Το ζήτημα του κατά πόσο ένας πολιτικός πιστεύει στο δικό του ρητορικό υλικό, είναι και θα παραμείνει ανοικτό.

 

Αλλά, όσο μεγαλύτερες προκαταλήψεις εμφανίζονται στην Ουάσιγκτον, τόσο περισσότερες υπάρχουν στη Μόσχα. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Ομπάμα, στους πολιτικούς κύκλους της Μόσχας υπήρχαν και μάλιστα μαζικά, οι πιο τρελές προκαταλήψεις σχετικά με την (εξωτερική) πολιτική των ΗΠΑ.

 

Ακόμα και από σοβαρούς ανθρώπους, ακουγόταν για παράδειγμα, η πεποίθηση ότι η «αραβική άνοιξη», είναι το αποτέλεσμα μιας δαιμόνιας αμερικανικής συνομωσίας.

 

Οι ίδιοι σοβαροί άνθρωποι, πιστεύουν επίσης ότι ειλικρινά, ότι τα αντιπολιτευτικά συναισθήματα στη Ρωσία, είναι συνέπεια ενός ακόμα πολυμήχανου και άκρως μυστικού, αμερικανικού σχεδίου. Παρά το γεγονός, ότι στην πραγματικότητα όλες οι  αιτίες για τις πολιτικές αναταραχές, βρίσκονται μέσα στη ίδια τη χώρα.

 

Φοβάμαι ακόμη και να φανταστώ το πώς θα αυξάνονταν οι αντιαμερικανικές προκαταλήψεις στη Μόσχα, εάν ο Ρόμνεϊ κέρδιζε με τη δυσνόητη ρητορική του για τη Ρωσία, ως «γεωπολιτικού εχθρού νούμερο ένα»;

 

Ας συνοψίσουμε. Η δεύτερη θητεία του Ομπάμα δεν θα κάνει την Αμερική και τη Ρωσία τους πιο εγκάρδιους φίλους. Όταν τα συμφέροντά μας δεν συμπίπτουν ή δεν συμπίπτουν μερικώς, όπως στην Κεντρική Ασία και στον Καύκασο, είτε στη δημιουργία του συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας στην Ευρώπη, ο ανταγωνισμός δεν θα είναι λιγότερο σκληρός από ότι ήταν πριν.

 

Αλλά υπάρχει μια πιθανότητα, ότι δεν θα υπάρχει ανταγωνισμός που να βασίζεται σε προκαταλήψεις. Και αυτό, για τέτοιου μεγέθους εταίρους, όπως είναι η Ρωσία και οι ΗΠΑ, δεν είναι και λίγο.