Newsletter

Εγγραφείτε στο newsletter μας:

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΑΙΤΩΛΟ-ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

2014-09-13 10:11

****** 

Νομός Αίτωλο-Άκαρνανίας

joomla logo black

 

Περιγραφή

Ο Νομός Αιτωλοακαρνανίας βρίσκεται στη Δυτική Στερεά και είναι από τους μεγαλύτερους σε έκταση Νομούς της Χώρας (5.447 τετρ. Χιλιομ.). Το έδαφος του είναι κατά 50 % ορεινό, 32 % ημιορεινό και 18 % πεδινό. Νότια βρέχεται από τον Πατραϊκό Κόλπο, δυτικά από το Ιόνιο Πέλαγος και Βόρεια από τον Αμβρακικό Κόλπο. Βόρεια συνορεύει με τον νομό Άρτας και ανατολικά με τους Νομούς Ευρυτανίας και Φωκίδας. Παλαιότερα διαχωριζόταν διοικητικά σε πέντε επαρχίες: Μεσολογγίου, Βάλτου, Βονίτσης και Ξηρομέρου, Ναυπακτίας και Τριχωνίδας...

Ο Νομός ιδρύθηκε επί Καποδίστρια ως Νομός Αιτωλίας και Ακαρνανίας και περιελάμβανε και την περιοχή της Ευρυτανίας, η οποία αργότερα αποσπάστηκε και αποτέλεσε τον αυτόνομο Νομό Ευρυτανίας. Ο Νομός συνδέεται με την Αχαΐα με τη γέφυρα του Ρίου-Αντιρρίου και βορειοδυτικά με το νομό Πρεβέζης μέσω της υποθαλασσίου οδού. Με το νομό της Λευκάδας συνδέεται με κινητή γέφυρα στο Δίαυλο της Λευκάδας. Από νότο προς βορρά διασχίζει το Νομό η εθνική οδός Αντιρρίου-Άρτας. Στα όριά του περιλαμβάνει τρεις μεγάλες και ιστορικές πόλεις: Το Μεσολόγγι (που είναι και η έδρα του) το Αγρίνιο και τη Ναύπακτο και πολλές όμορφες Κωμοπόλεις: Αιτωλικό, Αμφιλοχία, Αστακός, Αγγελόκαστρο, Βόνιτσα, Πάλαιρος, Θέρμο, Καινούργιο, Δοκίμι, Εμπεσός κ.ά.Στο Νομό Αιτωλοακαρνανίας βρίσκονται πέντε φυσικές λίμνες: η Τριχωνίδα (μεγαλύτερη της Ελλάδας), η Αμβρακία, η Λυσιμαχεία, Οξερός και Βουλκαριά. Επίσης τρεις τεχνητές λίμνες που δημιουργήθηκαν στον ρου του Αχελώου (Κρεμαστών, Καστρακίου και Στράτου), το φράγμα στον Εύηνο και του Μόρνου. Την έκτασή του διαρρέουν οι ποταμοί: Αχελώος και Εύηνος και στα όριά του ο Μόρνος. Οι δύο τελευταίοι τροφοδοτούν εδώ και χρόνια το δίκτυο ύδρευσης της περιοχής της Πρωτεύουσας. Στο ύψος των Αχυρών Ξηρομέρου κατασκευάζεται φράγμα με σκοπό να μεταφέρεται το νερό διαμέσου σήραγγας στον κάμπο του Αετού και της Κατούνας για την άρδευση των χωραφιών. Το φράγμα αυτό «υπόσχεται» δηλαδή, να δώσει μια σημαντική «ανάσα» στην τοπική οικονομία και να οδηγήσει το βόρειο Ξηρόμερο σε ανάπτυξη. Η λίμνη που θα δημιουργηθεί θα δημιουργήσει προϋποθέσεις οικοτουριστικής και αγροτουριστικής ανάπτυξης.

Δυτικά του νομού, με κατεύθυνση βορρά-νότου δεσπόζουν οι Ακαρνανικές κορυφές: Υψηλή Κορυφή (1.589 μ.), Μπούμιστος (1.576 μ.), Περγαντί (1.423), Σέρεκας ή Τσέρεκας (1.171 μ.) , Καλαβούνι (920 μ.), Βελούτσα (828 μ.), Βίτσι (840 μ.) κ.ά. Νότια οι Ακαρνανικές κορυφές καταλήγουν απότομα στις ακτές του Ιονίου, αφήνοντας ενδιάμεσα μικρές πεδινές περιοχές, όπως του Αστακού και του Μύτικα και κοιλάδες, με πιο μεγάλη αυτή που εκτείνεται από τις υπώρειες των λόφων της Τρύφου και φτάνει μέχρι το Λεσίνι. Στη βορινή πλαγιά του Μπούμιστου βρίσκεται το μοναδικό ελατόδασος του Ξηρομέρου. Τα Ακαρνανικά είναι ένα σημαντικό καταφύγιο ειδών που παγκοσμίως απειλούνται με εξαφάνιση, όπως οι βασιλαετοί κ.ά. Στη δυτική κορυφογραμμή αναπαράγεται ο σημαντικότερος πληθυσμός όρνιων της νοτιοδυτικής Βαλκανικής. Ανατολικά οι ορεινοί όγκοι Παναιτωλικών (Κυρά Βγένα συμπληρώνουν το γεωφυσικό του χώρο και δημιουργούν μεγάλη ποικιλία οικοσυστημάτων και βιοτόπων καθιστώντας τον σε αυτό μοναδικό. Η οροσειρά των Παναιτωλικών βουνών είναι η μεγαλύτερη σε έκταση όχι μόνο του Νομού Αιτωλοακαρνανίας, αλλά και ολόκληρης της Στερεάς Ελλάδας και βρίσκεται ανατολικά του Αγρινίου, όπου δεσπόζει πάνω από τον μεγάλο κάμπο.

Η οροσειρά, που είναι ενταγμένη στο δίκτυο Natura 2000, αρχίζει νότια από τις όχθες της λίμνης Τριχωνίδας. Δυτικά φτάνει μέχρι τον ποταμό Αχελώο ή Ασπροπόταμο και τη λίμνη των Κρεμαστών και ανατολικά ως τον Εύηνο ή Φιδάρη. Βόρεια ορίζεται από τους παραποτάμους Κρικελλιώτη και Τρικεριώτη, οι οποίοι πηγάζουν στην Ευρυτανία. Δηλαδή, καλύπτει σχεδόν το κεντρικό τμήμα της Αιτωλίας κατά μήκος των συνόρων της με τον νομό Ευρυτανίας. Η υψηλότερη κορυφή των Παναιτωλικών είναι ο Κατελάνος ή Κυρά-Βγένα, με υψόμετρο 1.924 μ. Άλλες σημαντικές κορυφές από βορρά προς νότο είναι: ο Κοκκινιάς (1.831), το Πλοκαπάρι (1.823), ο Κούτουπας (1.795 μ.), το Νεραϊδοβούνι (1.749), η Καταβόθρα (1.754), η Τσίνα (1.716), η Ξάνθη (1.662). Ο βασικό κορμός της οροσειράς ξεκινάει από την κορυφή Τσίνα και διευθύνεται ανατολικά, όπου ενώνεται με το όρος Οξυά και σχηματίζει τις κορυφές Αραποκέφαλα (1.606), Τούμπα (1.684), Τριανταφυλλιά (1.819), Κουκουρίχι ή Δίκορφο (1.720) και Πλατανάκι (1.780). Το Παναιτωλικά όρη συνδέονται στα βόρεια με τα βουνά της Ευρυτανίας Χελιδώνα και Καλιακούδα (2.098 μ.). Στο βορειοανατολικό τμήμα της έχει πολύ απότομες και δύσβατες πλαγιές με αιχμηρές κορυφές και πολλά αχανή ελατοδάση με ρεματιές πλούσιες σε νερά, οι οποίες καταλήγουν στον Κρικελοπόταμο και στο φαράγγι Πάντα Βρέχει. Τα τελευταία χρόνια κατασκεύαστηκε ένα καταφύγιο στο βουνό, που βρίσκεται σε υψόμετρο 1.200 μέτρων και το διαχειρίζεται ο Ορειβατικός Σύλλογος Αγρινίου. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (7, 126), στα ορεινά μέρη της Αιτωλίας ζούσαν στη αρχαιότητα λιοντάρια.

     Από τις Αλυκές του Μεσολογγίου και το περίφημο Δέλτα του Αχελώου μέχρι τις δυτικές ακτές και τα ορεινά του σύνορα και τον Αμβρακικό και το Άκτιο βρίσκονται μοναδικά και ποικίλα οικοσυστήματα. Η βιοποικιλότητα αυτή καθιστά το Νομό Αιτωλοακαρνανίας νομαδικό. Η περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας αποτελεί ένα μοναδικό μνημείο της φύσης με εναλλαγές τοπίων και δεκάδες βιοτόπους σπουδαίας οικολογικής και περιβαλλοντολογικής σημασίας. Σε πολλά σημεία των ακτών, αλλά και σε ορισμένα της ενδοχώρας, υπάρχουν πολλές θειούχες πηγές, λόγω των ηφαιστειακών πετρωμάτων και της έντονης σεισμικότητας που παρουσιάζει η περιοχή. Εκατοντάδες είναι επίσης και οι διάσπαρτοι αρχαιολογικοί χώροι, οι περισσότεροι όμως μένουν θαμμένοι και άγνωστοι, ακόμη και για τους κατοίκους.

    Σήμερα ο Νομός ανήκει στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, που έχει έδρα την Πάτρα. Με την εφαρμογή του Νόμου «Καλλικράτης» χωρίστηκε σε επτά Δήμους: Ιεράς Πόλης Μεσολογγίου, Αγρινίου, Ναυπάκτου, Ακτίου-Βόνιτσας, Ξηρομέρου, Αμφιλοχίας και Θέρμου.

Ιστορική διαδρομή

Αρχαιότητα

    Η κατοίκηση στην περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας είναι γνωστή από τη Νεολιθική Εποχή. Στους ιστορικούς χρόνους κατοικούνταν από τους Αιτωλούς και τους Ακαρνάνες, εξ ου και το όνομα της. Τα δύο αυτά Ελληνικά φύλα βρίσκονταν πάντα σε διαμάχες, γεγονός που χάραξε την ιστορική πορεία της περιοχής. Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο όλες οι Ακαρνανικές πόλεις, πλην των Οινιαδών, τάχτηκαν με το μέρος των Αθηναίων, ενώ οι Αιτωλοί με τους Πελοποννησίους. Έτσι πολλές φορές ήρθαν σε σύγκρουση μεταξύ τους, όπως και αργότερα, που μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου οι Ακαρνάνες εμπλέκονται στις διαμάχες των επιγόνων του. Συγκρούονται πάλι μεταξύ τους το 236 και το 231, όταν οι Αιτωλοί και κατέλαβαν πολλές σημαντικές πόλεις των Ακαρνάνων. Σε βοήθεια των Ακαρνάνων έφτασε ο βασιλιάς της Μακεδονίας Δημήτριος Δ’ και έδιωξε τους Αιτωλούς. Ακολούθησαν μερικά χρόνια ειρήνης μεταξύ τους, ώσπου οι Αιτωλοί αρχίζουν ξανά τον πόλεμο και υπό τον Αγήτα λεηλατούν την Ακαρνανία, το 211 π.Χ. καταφέρνουν να καταλάβουν το Θύρρειο και να το κρατήσουν για τέσσερα χρόνια. Όταν ο Ρωμαίος στρατηγός Λεύκιος Καΐντος Φλαμίνιος το 200 π.Χ. κατέλαβε τη Λευκάδα οι Ακαρνάνες αναγκάστηκαν να συμμαχήσουν μαζί του και γι’ αυτό το λόγο να αντιμετωπίσουν το 192 π.Χ. τον Αντίοχο της Συρίας, που ήρθε στην περιοχή, και τους Αιτωλούς. Το 167 π.Χ. έγινε κάποια αποστασία και ο Ρωμαίος ύπατος Λεύκιος Αιμίλιος Παύλος κατέστρεψε 70 πόλεις της Ηπείρου και της Ακαρνανίας και πήρε αιχμαλώτους στην Ιταλία τους πιο επίσημους Ακαρνάνες αφήνοντας ως διοικητή το Χάραπη. Την περίοδο αυτή οι Ρωμαίοι εξανδραπόδισαν περίπου 150.000 κατοίκους και σκότωσαν και πολλούς ακόμη. Κατέστρεψαν πολλές πόλεις εκ θεμελίων, πούλησαν τα πάντα από αυτές και τα λάφυρα μοιράστηκαν στο στρατό. Κάθε Ρωμαίος ιππέας από τα λάφυρα αυτά πήρε 400 δηνάρια και κάθε πεζός 200. Το 146 π.Χ. οι Ρωμαίοι νικούν οριστικά τους Αιτωλούς, διαλύουν την Αιτωλική Συμπολιτεία και ολοκληρώνουν έτσι την κατάληψη του Ελλαδικού χώρου, κάνοντάς τον μια ακόμη επαρχία της τεράστιας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η κοινή μοίρα τους με τη Ρωμαϊκή τους κατάκτηση και η ένταξή τους στους επόμενους αιώνες στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και στη συνέχεια την Οθωμανική εξέλειψε τις τοπικές διαφορές. Σημαντική ερήμωση στην περιοχή επέφερε η νίκη του Οκταβιανού Αυγούστου επί της Κλεοπάτρας και του Μάρκου Αντωνίου στη ναυμαχία του Ακτίου το 31 μ.Χ. Μετά τη νίκη του αυτή ο Οκταβιανός κατέστρεψε και ερήμωσε πολλές πόλεις και μετέφερε τους κατοίκους τους με τη βία στη νέα πόλη που ίδρυσε στη βόρια ακτή του Αμβρακικού, μετάφερε ακόμα και τα Άκτια, τις γιορτές που γινόταν στο Άκτιο προς τιμήν του Απόλλωνα.

Βυζαντινή εποχή 

Κατά τη Βυζαντινή εποχή ήταν πολλές οι επιδρομές που δέχτηκε η Αιτωλοακαρνανία, κυρίως οι παράλιες περιοχές της, και πολλοί κάτοικοί αναγκάστηκαν να μετακινηθούν προς το εσωτερικό της και να δημιουργήσουν μεγάλους οικισμούς. Ένας από αυτούς τους επιδρομείς, που προξένησε σημαντικές καταστροφές στην περιοχή της Δυτικής Ελλάδας το 398, ήταν ο αρχηγός των Βησιγότθων Αλάριχος. Ο Αλάριχος εισέβαλε στη Μακεδονία το 396, κατέβηκε στη Θεσσαλία και έφτασε στην Πελοπόννησο. Από εκεί πέρασε το Ρίο-Αντίρριο και αφού λεηλάτησε τις πόλεις της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας κατέστρεψε και τα τείχη τους. Το 447 έγιναν επιδρομές από τους Ούννους του Αττίλα, όπου έκαναν πολλές λεηλασίες, όμως το 450 πέθανε ο Αττίλας και η στρατιά του διαλύθηκε. Σημαντικές καταστροφές επέφεραν αργότερα και Σλαβικές φυλές, που, μεταξύ άλλων, κατέστρεψαν και τη Νικόπολη.  Μετά την Δ΄ Σταυροφορία και την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους, τους Βενετούς και τους Λατίνους το 1204 η περιοχή της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας δόθηκε στους Βενετούς. Όμως είχε προλάβει να την κατακτήσει ο Μιχαήλ Άγγελος Δούκας, συγγενής των βυζαντινών αυτοκρατόρων Αγγέλων. Οι Βενετοί δεν μπορούσαν να του την αποσπάσουν και αναγκάστηκαν να περιοριστούν σε ειδικά εμπορικά προνόμια. Το κράτος του Μιχαήλ έμεινε γνωστό ως Δεσποτάτο της Ηπείρου και για χρόνια υπήρξε ισχυρό, που αναδείχθηκε σε προστάτη του ελληνισμού και της χριστιανικής θρησκείας. Τα όριά του εκτεινόταν από το Δυρράχιο ως τη Ναύπακτο και ανατολικά ως τη Θεσσαλία και τη Βοιωτία. Το 1230 ο δεσπότης Θεόδωρος έφτασε να απειλεί τους Λατίνους της Κωνσταντινούπολης, όμως ηττήθηκε από τους Βουλγάρους και οι Ηπειρώτες αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν. Οι επόμενοι Έλληνες δεσπότες ήταν: ο Μιχαήλ Β΄, ο Νικηφόρος Α΄ και τελευταίος ο γιος του Θωμάς. Στα επόμενα χρόνια, μέχρι την κατάκτηση της περιοχής από τους Τούρκους, στην περιοχή δέσποζαν διάφοροι ξένοι ηγεμόνες, με τελευταίους τους Τόκκους. Από τον Κάρολο Α΄ Τόκκο η περιοχή πήρε το όνομα Κάρλελι. Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης (1453) καταλύθηκε και το δεσποτάτο του Μυστρά (1460), έτσι δεν μπορούσε πια κανείς να σταματήσει τις ορδές των Οθωμανών. Ο τελευταίος ηγεμόνος Λεονάρδος αναγκάστηκε, με τη βοήθεια των Βενετών, να περιοριστεί σε μερικά από τα νησιά του Ιονίου. Αλλά και οι γιοι του Κάρολου Α΄, Μέμνονας και Ερκούλος, παρ’ ότι αμύνθηκαν γενναία με λίγους Ηπειρώτες και Ακαρνάνες, δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τις περιοχές τους στην Ακαρνανία και την Αιτωλία. Το τελευταίο υπόλειμμα του Δεσποτάτου έπεσε στα χέρια των Τούρκων το 1461. Η Κατάκτηση της Δυτικής Ελλάδας από τους Τούρκους ολοκληρώθηκε το 1479, όπου κατέλαβαν και τη Ζάκυνθο. Πολλοί κάτοικοι μεταφέρθηκαν σκλάβοι στο Σουλτάνο, άλλοι σφαγιάστηκαν και μερικοί κατέφυγαν στη Δύση.

Τουρκοκρατία

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοί της Αιτωλοακαρνανίας υπέφεραν πολλά και έλαβαν μέρος σε επαναστατικά κινήματα. Με την Επανάσταση του 1821 η περιοχή απελευθερώθηκε και υποδέχτηκε πολλούς πρόσφυγες, κυρίως Ηπειρώτες (Σουλιώτες, Ιωαννίτες, Βορειοηπειρώτες κ.ά.). Μετά την κατάληψη της Κύπρου (1571) οι Τούρκοι απειλούσαν να καταλάβουν τις Δαλματικές ακτές. Ο χριστιανικός στόλος, υπό τον Δον Ιωάννη τον Αυστριακό, αποτελούμενος από Ισπανούς, Βενετούς, Ιππότες του Αγίου και άλλους Δυτικούς, συναντήθηκε στην Κέρκυρα και απέπλευσε προς συνάντηση των Τούρκων. Αποτελούνταν από 250 πλοία, πολλά από τα οποία ήταν ελληνικά και κυβερνούνταν από Έλληνες, ο τούρκικος είχε 270 με Τούρκους, Αιγυπτίους, Αλγερινούς πολεμιστές και Έλληνες κωπηλάτες που στρατολογήθηκαν βίαια. Οι δύο στόλοι συναντήθηκαν στις Εχινάδες νήσους, μεταξύ Ιθάκης και Ακαρνανίας, όπου οι χριστιανοί κατέστρεψαν τον τουρκικό. Η ναυμαχία ονομάσθηκε Ναυμαχία της Ναυπάκτου, εσφαλμένα όμως και αυτό επειδή μέρος των επιχειρήσεων διεξήχθησαν ανοικτά των νότιων Εχινάδων προς το μέρος της Ναυπάκτου. Με τη Ναυμαχία αυτή τίθεται φραγμός στην τούρκικη εξάπλωση στη Δύση και αναπτερώθηκαν οι ελπίδες των χριστιανών. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι Αιτωλοακαρνάνες έλαβαν μέρος σε όλα τα επαναστατικά κινήματα στη Δυτική Ελλάδα, όπως το 1585, που, με την υποστήριξη των Βενετών, ο αρματολός της Βόνιτσας Θεόδωρος Μπούας Γρίβας εξεγέρθηκε, μαζί τον Πούλιο Δράκο και τον Μαλάμο, και επιτέθηκε στη Βόνιτσα και έσφαξε την Τουρκική φρουρά. Ο Δράκος με τον Μαλάμο επιτέθηκαν και κατέλαβαν την Άρτα και κατάφεραν να απωθήσουν τους Τούρκους μέχρι τα Γιάννενα, απελευθερώνοντας μεγάλη έκταση της επαρχίας Λάμαρης. Ύστερα πέρασαν στην Ακαρνανία και μαζί με το Γρίβα έδιωξαν τους Τούρκους από τον Αετό Ξηρομέρου, που ήταν η έδρα της τουρκικής διοίκησης. Ύστερα από λίγο καιρό οι Τούρκοι έφεραν δυνάμεις από τη Ναύπακτο και τους χτύπησαν. Ο Δράκος και ο Μαλάμος, αφού είχαν λίγες δυνάμεις, υποχώρησαν νικημένοι στα βουνά της Πρέβεζας για να σωθούν. Ο Θ. Γρίβας τραυματίστηκε σε μια μάχη στον Αχελώο και κατέφυγε στην Ιθάκη όπου πέθανε σε λίγο από το τραύμα του. Έτσι τελείωσε γρήγορα και άδοξα αυτή η επαναστατική κίνηση στη Δυτική Ελλάδα. Οι Αιτωλοακαρνάνες συμμετείχαν και στο κίνημα του Διονυσίου του Σκυλοσόφου λίγα χρόνια αργότερα, 1612-1613, η οποία όμως απέτυχε και ο Διονύσιος συνελήφθη, ύστερα από προδοσία Εβραίων από τα Ιωάννινα.Το 1684, που ξέσπασε ο πέμπτος Βενετοτουρκικός Πόλεμος, οι Βενετοί έστειλαν το στρατηγό τους Μοροζίνι και κατέλαβαν την περιοχή. Οι Τούρκοι έστειλαν εναντίον του τον Λυμπεράκη Γερακάρη. Αυτός έκανε την πρώτη του εκστρατεία το Μάιο του 1689 από τη Θήβα με 2.500 άνδρες, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και μερικοί Έλληνες, κυρίως Μανιάτες. Ο Γερακάρης έφτασε στην Αιτωλοακαρνανία και συγκρούστηκε στο Ζαπάντι με το Μόρμορη χωρίς επιτυχία. Έτσι αναγκάστηκε να στραφεί προς το Αιτωλικό, αλλά αποκρούεται και από εκεί από τους Βενετούς και τους Έλληνες, που είχαν και τη βοήθεια 3 βενετσιάνικων πλοίων και αναγκάζεται να οπισθοχωρήσει προς τη Ναύπακτο. Εκεί έκανε πολλές λεηλασίες και εμπρησμούς τρομοκρατώντας τις γύρω περιοχές. Για μερικά χρόνια οι δύο αντίπαλοι δεν έκαναν καμία επιχείρηση, αλλά τα στρατιωτικά τους σώματα έφθειραν συνεχώς τους δυστυχισμένους κατοίκους της Στερεάς και του Μοριά. Το 1687 οι Βενετοί κατέλαβαν μερικά παράλια φρούρια της Πελοποννήσου και τη Ναύπακτο και έχτισαν και το οχυρό του Αντιρρίου. Στις επιτυχίες αυτές των Βενετών συνέβαλαν και πολλοί Έλληνες. Μετά τις επιτυχίες αυτές ο Μοροζίνι βάδισε προς την Αθήνα. Το 1765 κατεβαίνει από τη Ρωσία ο Παπαζώλης, ως απεσταλμένος της τσαρίνας Αικατερίνης Β΄, να ξεσηκώσει τους Έλληνες. Το 1770 ο αρματωλός Χρ. Γρίβας ο αρματωλός Λαχούρης δίνουν μάχη με τους Τούρκους στο Αγγελόκαστρο, ο στρατός του ηττάται και οι δύο αρχηγοί πέφτουν στη μάχη και όλοι σχεδόν οι άνδρες τους. Έτσι και η επανάσταση αυτή έληξε άδοξα και αιματηρά για την Αιτωλοακαρνανία. Στη συνέχεια, μέχρι την Επανάσταση του 1821, η περιοχή υπέφερε από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων.

Επανάσταση-Απελευθέρωση 

Από τον Δημήτρη Μακρή, αρματολό του Ζυγού, έγινε η πρώτη επαναστατική ενεργεία στη Στερεά Ελλάδα στις 6 Μαρτίου του 1821. Τότε ο Μακρής χτύπησε στη Σκάλα του Μαυρομμάτη τούρκικο απόσπασμα που μετέφερε τους φόρους στη Ναύπακτο. Η επίσημη κήρυξη της Επανάστασης στη Δυτ. Ελλάδα έγινε το Μάιος του 1821. Αμέσως τμήματα των επαναστατών κατέλαβαν το Μεσολόγγι και ύστερα βάδισαν εναντίον του Αιτωλικού, όπου οι Τούρκοι το παρέδωσαν χωρίς μάχη, και, αφού παρέδωσαν τα όπλα τους, έφυγαν για την Άρτα. Αλλά τμήματα υπό τον Βαρνακιώτη πολιορκούν και καταλαμβάνουν το Βραχώρι (Αγρίνιο) και στη συνέχεια το Ζαπάντι. Σύντομα οι Τούρκοι εκδιώχθηκαν από την περιοχή και οι Έλληνες πέρασαν το Μακρυνόρος και πολέμησαν στην περιοχή της Άρτας. Μετά την απελευθέρωση οι Αιτωλοακαρνάνες συντάχθηκαν στο Μεσολόγγι και ίδρυσαν διοικητική αρχή που ονομάστηκε Γερουσία της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. Μετά την ήττα στο Πέτα, το καλοκαίρι του 1821, η Αιτωλοακαρνανία βρέθηκε να απειλείται από τον Κιουταχή. Ο Βαρνακιώτης και μερικοί άλλοι οπλαρχηγοί τον χτύπησαν στον Αετό Ξηρομέρου και ανέκοψαν κάπως την πορεία του. Όμως από την περιοχή της Αμφιλοχίας πέρασε και έφτασε έξω από το Μεσολόγγι, αλλά δεν μπόρεσε να το εκπορθήσει και αποσύρθηκε ντροπιασμένος. Στη φυγή του τον χτύπησε ο Καραϊσκάκης προκαλώντας του σημαντικές απώλειες. Στο Μεσολόγγι ήρθε και πρόσφερε τις υπηρεσίες του ο Άγγλος λόρδος Βύρων. Ο Βύρων ήταν ένθερμος φιλέλληνας και πρόσφερε σχεδόν όλα τα χρήματά του για τον Αγώνα. Ο άτυχος Βύρων αρρώστησε και πέθανε στην πόλη του Μεσολογγίου. Στα επόμενα χρόνια οι Έλληνες μπλέχτηκαν στον εμφύλιο πόλεμο του Μοριά. Ρουμελιώτικα σώματα κατέβηκαν και πήραν μέρος σε αυτόν. Όταν όμως αποβιβάσθηκε ο Ιμπραήμ πασάς της Αιγύπτου η κατάσταση για την εθνική Επανάσταση των Ελλήνων έγινε πολύ δύσκολη. Γρήγορα σχεδόν όλος ο Μοριάς προσκύνησε και ο Ιμπραήμ πέρασε στην Αιτωλοακαρνανία να βοηθήσει τον Κιουταχή και τον Ομέρ που πολιορκούσαν το Μεσολόγγι. Οι υπερασπιστές της πόλης επέδειξαν απαράμιλλο θάρρος και ανδρεία. Αφού άντεξαν τα πάντα, τους κατέβαλε τελικά η πείνα και πήραν την απόφαση να κάνουν έξοδο από την πόλη (10 Απριλίου 1826). Όμως οι εχθροί τους περίμεναν και ακολούθησε μεγάλη σφαγή μέσα και έξω από την πόλη. Η πολιορκία και η Έξοδος του Μεσολογγίου έχουν γραφτεί στην παγκόσμια ιστορία ως παραδείγματα ανδρείας και αυταπάρνησης. Μετά το δραματικό, και ταυτόχρονα ηρωικό, γεγονός της Εξόδου του Μεσολογγίου έχουμε ξανά την υποδούλωση ολόκληρης της περιοχής μετά από περίπου πέντε χρόνια ελευθερίας. Το μόνο σημείο που έμεινε απάτητο μετά την πτώση του Μεσολογγίου και την παράδοση του Αιτωλικού από τους Τουρκαλβανούς ήταν το Λεσίνι, που οι βάλτοι τριγύρω του το έκαναν απόρθητο. Εκεί, ο Δημοτσέλιος και ο ηγούμενος της Μονής της Λεσινιώτισσας Ιωαννίκιος, κρατούσαν ακόμη διαφυλάσσοντας και τα γυναικόπαιδα που είχαν καταφύγει εκεί. Στη συνέχεια πολλοί Αιτωλοακαρνάνες πήραν μέρος με τον Καραϊσκάκη στην εκστρατεία του στη Στερεά. Ακολούθησε η Ναυμαχία του Ναβαρίνου και η φυγή του Ιμπραήμ από το Μοριά. Αυτό έκανε τους Έλληνες να αναθαρρήσουν και να πάρουν ξανά την τύχη της ελευθερίας τους στα χέρια τους. Τελικά το κατάφεραν το 1829, όταν έγινε η τελευταία μάχη του Αγώνα στην Πέτρα Βοιωτίας.

     Μετά την Απελευθέρωση το 1828 η Αιτωλοακαρνανία αποτέλεσε τμήμα του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, αν και για ένα διάστημα κινδύνευσε να μείνει εκτός η Ακαρνανία, αφού αρχικά τα σύνορα είχε αποφασιστεί να είναι στον Αχελώο. Χάρη όμως στους χειρισμούς του Κυβερνήτη Καποδίστρια οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής αποφάσισαν τελικά πως η περιοχή της Ακαρνανίας έπρεπε να συμπεριληφθεί στα απελευθερωθέντα Ελληνικά εδάφη και έτσι τα σύνορα ορίστηκαν στην περιοχή Συκούλα, στα όρια των σημερινών νομών Αιτωλοακαρνανίας Άρτας. Επί Όθωνα, που έγινε η διοικητική διαίρεση της Χώρας σε Νομαρχίες, Επαρχίες και Δήμους (ΕΚΒΕ Φ. 12, 6-04-1833).