Newsletter

Εγγραφείτε στο newsletter μας:

Μέρκελ: Σπρώχνουν τήν Έλλάδα στή χρεοκοπία

2012-11-10 13:01

 

 

Στη χρεοκοπία σπρώχνουν την Ελλάδα οι διεθνείς δανειστές, παρά την ψήφιση των νέων επώδυνων μέτρων που πέρασαν στο ελληνικό Κοινοβούλιο την περασμένη Τετάρτη με την οριακή πλειοψηφία των 153 βουλευτών. Οπως αποκάλυψε χθες η οικονομική εφημερίδα «Financial Times» σε άρθρο της με τίτλο «Υψηλού κινδύνου διπλωματία για την Ελλάδα» εξαιτίας των διαφορών της τρόικας «για το πώς θα μειωθεί το ιλιγγιώδες χρέος της Αθήνας» η εκταμίευση της δόσης των 31,3 δισ. δεν πρόκειται να αποφασιστεί ούτε στο Eurogroup που θα πραγματοποιηθεί την επόμενη Δευτέρα. Η νέα καθυστέρηση, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το δημοσίευμα, «ωθεί την Ελλάδα στον κίνδυνο μη αποπληρωμής στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα του ποσού των 5 δισ. ευρώ που αντιστοιχεί σε λήξεις ομολόγων τα οποία έχει η τράπεζα στο χαρτοφυλάκιό της».

 

Οι «Financial Times» αναφέρουν ότι οι αξιωματούχοι της ευρωζώνης ήλπιζαν ότι θα ολοκλήρωναν τη συμφωνία για το νέο, επιμηκυμένο έως το 2016 πρόγραμμα, στη σύνοδο του Eurogroup την ερχόμενη Δευτέρα στις Βρυξέλλες, οπότε θα απελευθερωνόταν για την Ελλάδα και η δόση των 31,3 δισ. ευρώ, η οποία εκκρεμεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σύμφωνα όμως με αξιωματούχους που μετέχουν στις διαπραγματεύσεις, οι θέσεις των Ευρωπαίων δανειστών σχετικά με το πόσο μεγάλη πρέπει να είναι η ανακούφιση της Ελλάδας από το χρέος της και με το ποιοι θα φέρουν το βάρος των ζημιών απέχουν ακόμη πολύ από τις θέσεις του ΔΝΤ.

 

Το ΔΝΤ παραμένει πιο απαισιόδοξο σχετικά τόσο με τη δυνατότητα της Ελλάδας να επιστρέψει στην οικονομική ανάπτυξη όσο και με τα ποσά που θα συγκεντρώσει η χώρα από το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων ύψους 50 δισ. ευρώ, αλλά και με το ποσό που θα χρειασθεί τελικά για την ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Αποτέλεσμα είναι μία διαφορά της τάξης των 5-10 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ μεταξύ των Βρυξελλών και της Ουάσινγκτον, αναφορικά με το ύψος που θα διαμορφωθεί το ελληνικό χρέος το 2020. Ετσι οι διαπραγματεύσεις έχουν γίνει πιο περίπλοκες, καθώς το ΔΝΤ επιμένει ότι το ελληνικό χρέος πρέπει να μειωθεί στο 120% του ΑΕΠ το 2020, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητά να χαλαρώσει ο σχετικός στόχος και να διαμορφωθεί στο 125% του ΑΕΠ το 2022. Αν οι διαπραγματευτές αναγκασθούν να αποδεχθούν τη θέση του ΔΝΤ, σημειώνει υψηλόβαθμος αξιωματούχος, οι χώρες της ευρωζώνης θα πρέπει πιθανόν να καταγράψουν ζημιές στα δάνεια που έχουν δώσει στην Ελλάδα, ένα αποτέλεσμα που θεωρείται πολιτικά εκρηκτικό και έχει απορριφθεί από το Βερολίνο και άλλες βόρειες χώρες της ευρωζώνης, που φοβούνται αρνητικές αντιδράσεις στα εθνικά κοινοβούλιά τους.

 

«Είναι απόλυτα σαφές ότι θα χρειασθούμε έναν ακόμη γύρο μετά την ερχόμενη Δευτέρα. Υπάρχει ένας αριθμός θεμάτων που μένει ακόμη να ολοκληρωθούν» δήλωσε ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος της ευρωζώνης που μετέχει στις διαπραγματεύσεις.

 

Από την άλλη όμως ο χρόνος εξαντλείται και πιέζει. Υψηλόβαθμος αξιωματούχος δήλωσε ότι η ΕΚΤ ανθίσταται στη χρονική μετάθεση της αποπληρωμής των 5 δισ. ευρώ, πιέζοντας όλες τις πλευρές να καταλήξουν γρήγορα σε συμφωνία. Ενας άλλος διαπραγματευτής δήλωσε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κινείται σταδιακά προς τη θέση του ΔΝΤ, κάτι που σημαίνει ότι οι ηγέτες της ευρωζώνης θα πρέπει να προχωρήσουν σε μεγαλύτερη ανακούφιση της Ελλάδας από το χρέος της απ' ό,τι σχεδίαζαν αρχικά.

 

Με βάση τα νέα δεδομένα, εύστοχο ήταν κι ένα άλλο άρθρο της αμερικανικής εφημερίδας «New York Times», το οποίο είχε τίτλο «Η Ελλάδα πίνει το κώνειο» και υπογράμμιζε ότι, ενώ η ελληνική Βουλή έκανε ό,τι μπορούσε την περασμένη Τετάρτη, τα πακέτα λιτότητας είναι πλέον μια δοκιμασμένη συνταγή που έχει αποτύχει παταγωδώς. «Κανείς υπεύθυνος Ελληνας βουλευτής δεν θα μπορούσε να αγνοήσει τις τρομακτικές συνέπειες ενός “όχι”, αλλά και κανείς δεν μπορεί να απορρίψει την απειλή στην κοινωνική σταθερότητα που επιφέρουν αυτές οι περικοπές» γράφει η εφημερίδα και καταλήγει: «Η Ελλάδα δεν θα μπορεί να πληρώσει τα χρέη της εάν κατεβάσει ρολά στην οικονομία της. Ο κόσμος πρέπει να επιστρέψει στη δουλειά του. Ο μόνος τρόπος είναι μέσω νέων διαγραφών χρέους και πιο χαμηλών επιτοκίων στα ευρωπαϊκά δάνεια, όπως επίσης και με το άνοιγμα κλειστών αγορών εργασίας» .