Newsletter

Εγγραφείτε στο newsletter μας:

Η καταγωγή των Ελλήνων(Προϊστορικοί και Αρχαϊκοί χρόνοι)

2014-09-13 03:15

 

Του Καθηγητή Αρχαίας Ιστορίας Μιχάλη Σακελλαρίου,
«Η Ελληνική Ιστορία», τόμος 1, σελ 59-64
Εκδοτική Αθηνών-Καθημερινή, 2010

Κατά τους Προϊστορικούς χρόνους εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα φύλα διάφορων προελεύσεων. Οι ιστορικοί Έλληνες κατάγονταν κυρίως από φύλα που έφθασαν στην Ελλάδα περί το 2100 π.Χ. (αρχή της Πρωτοελλαδικής III) και περί το 1900 π.Χ. (αρχή της Μεσοελλαδικής) αλλά και από στοιχεία των παλαιότερων πληθυσμών. Όσα σχετικά γνωρίζουμε και όσα απλώς υποθέτουμε βασίζονται σε στοιχεία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, σε αρχαιολογικά δεδομένα και σε μερικά ψήγματα αρχαίων ελληνικών παραδόσεων. Αφού πριν από εκατόν πενήντα χρόνια διαπιστώθηκε η συγγένεια της ελληνικής και της λατινικής με τη σανσκριτική, άρχισαν οι εργασίες προς αποκατάσταση της γραμματικής και του λεξιλογίου της μητρικής γλώσσας, που ονομάστηκε συμβατικά «ινδοευρωπαϊκή», και των γλωσσών που προέκυ­ψαν από αυτήν. Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια έχουν διατυπωθεί υποθέσεις σχετικές με τις ειδικότερες συγγένειες που είχε η αρχαία ελληνική γλώσσα με άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, καθώς και με τη διάσπαση της σε διαλέκτους. Από την άλλη μεριά, όμως, έγινε φανερό ότι όχι λίγες λέξεις της ελληνικής, αρκετά τοπωνύμια του ελληνικού χώρου, και μερικά ονόματα θεών και ηρώων των Ελλήνων είναι κατάλοιπα από γλώσσες που μιλήθηκαν πριν από την άφιξη των ελληνό­γλωσσων ομάδων. Έτσι ξεκίνησε η αναζήτηση προελληνικών γλωσσικών και εθνικών υποστρωμάτων με πολύ σημαντικά αποτελέσματα και με ένα γενικότερο συμπέρασμα, που στη­ρίζεται σ' αυτά: τα ελληνόγλωσσα φύλα ήρθαν σε επαφή με τα προελληνικά και μάλιστα τα απορρόφησαν. Η φάση της ελληνικής γλώσσας ανάμεσα στην απόσχιση της από την ινδοευρωπαϊκή και την αφομοίωση προελληνικών γλωσσι­κών στοιχείων ονομάζεται «πρωτοελληνική».
 
Οι ανακαλύψεις της προϊστορικής αρχαιολογίας μας γνωρίζουν διάφορους πολιτισμούς. Τόσο αυτοί οι πολιτισμοί, όσο και οι βαθιές τομές που χωρίζουν μερικούς (εκτεταμένες καταστροφές οικισμών, οπισθοδρομήσεις στην τεχνική και στον όλο βίο, εισαγωγή πολλών σημαντικών νεωτερισμών) δεν...... 
αποδίδονται αυτόματα σε συγκεκριμένες εθνικές ομάδες. Αυτό όμως μπορεί να επιχειρηθεί στο επίπεδο της διασταύρωσης των αρχαιολογικών παρατηρήσεων με δεδομένα της γλωσσολογίας και μερικά στοιχεία αρχαίων αφηγήσεων.
 
Ορισμένες αρχαίες αφηγήσεις μας δείχνουν τι γνώριζαν και τι πίστευαν ότι γνωρίζουν οι Έλληνες των Ιστορικών χρόνων για τα πρωτοελληνικά και τα προελληνικά φύλα. Απένα­ντι σ' αυτό το υλικό οι νεότεροι επιστήμονες έχουν υιοθετήσει τρεις διαφορετικές στάσεις. Η μία αποδέχεται τις αρχαίες πληροφορίες με την πεποίθηση ότι απηχούν γνήσιες ιστορικές παραδόσεις. Η αντίθετη τις απορρίπτει, υποστηρίζοντας ότι είναι μεταγενέστερες κατασκευές ποιητών, γενεαλόγων, τοπικών λογίων, άλλοτε αφελών και άλλοτε παρακινημένων από κάποια πολιτική σκοπιμότητα. Τα στοιχεία που αντέχουν σ' αυτό τον έλεγχο είναι πολύ λίγα και ισχνά, όμως απαραίτητα για τη μελέτη των εθνικών ομάδων που κατοίκησαν στον ελληνικό χώρο κατά τη Νεολιθική εποχή και την Εποχή του Χαλκού
 
Οι Μεσογειακοί κάτοικοι της Ελλάδας

Πολλές λέξεις της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, πολλά ονόματα θεών και ηρώων που τιμήθηκαν από τους αρχαίους Έλληνες, πολλά ονόματα τόπων στην Ελλάδα και στο Αιγαίο που δεν μπορούν να αναχθούν στην ινδοευρωπαϊκή γλώσσα απαντούν ή έχουν κάποια χαρακτηριστικά που απαντούν στον περίγυρο της Μεσογείου. Λόγω αυτού του γεγονότος, οι λαοί που χρησιμοποιούσαν αυτές τις λέξεις και αυτά τα ονόματα ονομάστηκαν από την επιστήμηΜεσογειακοί. Οι μεσογειακές λέξεις που επέζησαν στην ελληνική δηλώνουν προπάντων φυτά (μεταξύ άλλων: σίτος, ερέβινθος, άμπελος, κάρυα, σύκον, μάραθον, υάκινθος, νάρκισσος, κυπάρισσος και άλλα φυτά), γεωρ­γικά προϊόντα (π.χ. έλαιον, οίνος), ακόμη ανθρώπινες κατασκευές (π.χ. ασάμινθος=λουτρό). Όλα αυτά δείχνουν το βαθμό της οικονομικής, της τεχνικής και της πολιτιστικής ανάπτυξης των Μεσογειακών. Πολλά ονόματα τόπων επιπλέον του μη ινδοευρωπαϊκού θέματος τους έχουν κάποιο χαρακτηριστικό επίθημα, όπως νθ, δν, μν, σ(σ) (π.χ. Ζάκυνθος, Κόρινθος, Τίρυνς, Λάρυμνα, Κάλυδνα, Άμφισσα, Παρνασσός, Τύλισσος). Ακόμη και εθνικά ονόματα υπάγονται σ' αυτή την κατηγορία: μεταξύ άλλων τα ονόματα Λέλεγες και Τυρρηνοί. Οι Λέλεγες κατοίκησαν στη Θεσσαλία, τη Στερεά, την Πελοπόννησο, στα νησιά του Αιγαίου και στη Μικρά Ασία. Η διάδοση των Τυρρηνών περιοριζόταν στο βόρειο Αιγαίο και στις ακτές της βορειοδυτικής Μικρός Ασίας.
 
Οι Ινδοευρωπαίοι στην Ελλάδα
 
Κοιτίδα και χρονολογία της ινδοευρωπαϊκής ενότητας
Επειδή οι Ινδοευρωπαίοι ορίζονται πρωταρχικά ως οι χρήστες της ινδοευρωπαϊκής γλώσσας, το να τους τοποθετή­σει κανείς σε ένα χώρο και σε ένα χρονικό πλαίσιο εξαρ­τάται αναπόφευκτα από τις ενδείξεις που μπορεί να πάρει από τα γλωσσολογικά δεδομένα. Προκειμένου να ορί­σουν την περιοχή, μέσα στην οποία διαμορφώθηκε η ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, οι ερευνητές προσέχουν τη γεω­γραφική διάδοση ζώων και φυτών που έχουν τα ίδια ονό­ματα σε διάφορες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και για τούτο το λόγο φαίνονται να αποτελούν κοινή κληρονομιά. Με τέτοια τεκμήρια επικρατεί η άποψη ότι οι αδιαίρετοι Ινδο­ευρωπαίοι είχαν ζήσει στις στέπες της Ευρασίας (από την Ουκρανία ως την Κεντρική Ασία). Μια υπόθεση που δια­τυπώθηκε πριν από λίγα χρόνια προτείνει ως κοιτίδα της ινδοευρωπαϊκής και των Ινδοευρωπαίων μια ζώνη πουπεριέκλειε τη βορειοανατολική Μικρά Ασία, την Αρμενία και τη βόρεια Μεσοποταμία. Αυτή η υπόθεση επικαλείται ινδοευρωπαϊκές λέξεις που δηλώνουν οικολογικές συν­θήκες και παραγωγικές διαδικασίες, αλλά και στοιχεία πολιτισμού που μπορούν να υποδεικνύουν επαφές των Ινδοευρωπαίων με λαούς της Καυκάσιας και της Μεσοπο­ταμίας. Αυτή η νέα υπόθεση έχει επισύρει και επιδοκιμα­σίες και επικρίσεις.
 
Άλλες ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πολλές χιλιετίες κύλησαν από την αρχή της διαμόρφωσης μιας κοινής ινδοευρωπαϊκής γλώσσας ως τη διάσπαση της σε διαλέκτους, από τις οποίες αναπτύχθηκαν θυγατρικές γλώσσες. Εξάλλου, όπως θα δούμε, η μελέτη μερικών ινδοευρωπαϊκών λέξεων έχει δείξει ότι οι πληθυσμοί οι οποίοι τις χρησιμοποίησαν διέτρεξαν, πριν χωριστούν, τρία διαδοχικά συστήματα κοινωνικής οργάνωσης.
 
Ένας αριθμός θεμάτων αναγόμενων στην κοινή ινδοευ­ρωπαϊκή αφορούν την κτηνοτροφία, τη γεωργία, τη δια­τροφή, την τεχνική. Μεταξύ άλλων, εικάζεται ότι, πριν διασπαστούν, οι Ινδοευρωπαίοι γνώριζαν να νήθουν και να υφαίνουν, είχαν εξημερώσει το άλογο, κατασκεύαζαν τροχοφόρα και πλοιάρια.
 
Από μελέτη των ινδοευρωπαϊκών όρων που δηλώνουν σχέσεις συγγένειας, έγινε δυνατή η διαπίστωση ότι οι ινδοευρωπαϊκές κοινωνίες είχαν αποκτήσει πατριαρχικές δομές αρκετό καιρό πριν πάψουν να επικοινωνούν. Πίσω όμως από αυτό το επίπεδο, αναγνωρίζονται κατάλοιπα μητρογραμμικών δομών και στο απώτερο βάθος κάποια ίχνη ταξινόμησης κατά γενεές. Αυτή η ταξινόμηση χαρα­κτηρίζει κοινωνίες που βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της ενδογαμίας και δεν γνωρίζουν το ρόλο της πατρότητας. Τα ενήλικα άτομα μιας κοινότητας κατατάσσονται σε μία γενεά, που πλαισιώνεται από τη γενεά των ανηλίκων και τη γενεά των υπερηλίκων. Υστερότερα, οι Ινδοευρωπαίοι προχώρησαν σε ένα εξωγαμικό σύστημα. Συγκεκριμένα, κάθε κοινότητα χωριζόταν σε δύο τμήματα. Γάμοι ανά­μεσα σε μέλη του ίδιου τμήματος απαγορεύονταν. Αντί­θετα, ήταν υποχρεωτικός ο γάμος ανάμεσα σε άνδρα του ενός τμήματος με εξαδέλφη του, κόρη αδελφής του πατέρα του. Αυτό το σύστημα συμβαδίζει με το μητρο-γραμμικό. Το πατρογραμμικό σύστημα επικράτησε μέσα στα πλαίσια της λεγόμενης «μεγάλης οικογένειας». Όλα τα μέλη της κατοικούσαν μαζί σε ένα οίκημα, εκμεταλλεύο­νταν από κοινού μια περιοχή και υπάκουαν στο πρεσβύ­τερο μέλος. Σ' αυτή τη φάση αναπροσδιορίστηκε ή εξει­δικεύτηκε η σημασία των παλαιών όρων που δήλωναν συγγένειες αποκλειστικά διά μέσου της μητέρας και πλά­στηκαν νέες για να ανταποκριθούν στις καινούργιες συγ­γενικές σχέσεις. Ιδιαίτερα ακριβολόγο λεξιλόγιο διαμορ­φώθηκε για να δηλώνει τις σχέσεις αγχιστείας που απο­κτούσε η «νύφη» με διάφορους συγγενείς του συζύγου.
 
Ορισμένες λέξεις της ινδικής, της κελτικής, της πρωτο-γερμανικής και της λατινικής μας διδάσκουν ότι οι ινδοευ­ρωπαϊκές κοινότητες χωρίζονταν σε τρεις ομάδες, καθε­μία από τις οποίες επιτελούσε μια λειτουργία και κατείχε ένα κλιμάκιο στην κοινωνική ιεραρχία. Στο κορυφαίο κλι­μάκιο τασσόταν η ομάδα που επιτελούσε μαγικές-θρησκευτικές πράξεις, στο μέσο η ομάδα των πολεμιστών και στο κατώτερο οι παραγωγικές δυνάμεις: γεωργοί και ποιμένες.
 
Από τη συγκριτική μελέτη θεωνυμίων και θρησκευτι­κών όρων έχουν προκύψει περιορισμένα αποτελέσματα. Έτσι, έχει διαπιστωθεί ότι όλοι οι Ινδοευρωπαίοι λάτρευαν ένα θεό του ουρανού ο οποίος ήταν επίσης κάτοχος του κεραυνού.
 
Οι γνώσεις μας για την οικονομία, την κοινωνία και τη θρησκεία των Ινδοευρωπαίων συμπληρώνονται από αρχαιολογικές παρατηρήσεις. Έτσι βεβαιώνεται ότι οι Ινδοευρωπαίοι είχαν φθάσει στη χαλκολιθική φάση και είχαν δαμάσει το άλογο. Επιπλέον έχουν επισημανθεί άλλες ιδιοτυπίες του πολιτισμού τους. Οι περισσότερες διαπιστώνονται στο χώρο των ταφικών κατασκευών και εθίμων. Οι τάφοι είναι κιβωτιόσχημοι ή φρεατόσχημοι. Ο πυθμένας του τάφου στρωνόταν μερικές φορές με δορά ζώου. Η σορός βαφόταν με ώχρα ή ένας σβώλος ώχρας ριχνόταν επάνω της. Πάνω από τον τάφο υψωνόταν ένας τύμβος. Οι άνθρωποι κατοικούσαν σε οικήματα με καμπύ­λους τοίχους. Χρησιμοποιούσαν λίθινους πολεμικούς πελέκεις και λίθινες κεφαλές ροπάλων, επίσης εργαλεία από κέρατα ελαφιού. Κατασκεύαζαν περόνες με κεφάλι σαν σφυρί. Τέλος είχαν μια πολύ χαρακτηριστική κερα­μική που τη διακοσμούσαν πιέζοντας ένα σχοινί επάνω στον πηλό πριν ψηθεί. Ο πολιτισμός με αυτά τα χαρακτη­ριστικά -οι αρχαιολόγοι τον αποκαλούν «Πολιτισμό των Τύμβων»- εξαπλώθηκε από τις ευρασιατικές στέπες σε διαδοχικά κύματα. Κατά το τέλος της 5ης χιλιετίας και την αρχή της 4ης, μετανάστες που ξεκίνησαν από τις κοιλάδες του Δον και του Δνείπερου έφθασαν ως την ανατολική Ουγγαρία και τη νότια Γιουγκοσλαβία χωρίς να πειράξουν τους προϋπάρχοντες πολιτισμούς. Μέσα στο δεύτερο μισό τπς 4ης χιλιετίας, φορείς αυτού του πολιτισμού, προ­ερχόμενοι, φαίνεται, από μια περιοχή βόρεια από τον Καύκασο, έφθασαν στον ποταμό Έλβα, στην Ιταλία και τη Μακεδονία αλλά και στη Μικρά Ασία. Αυτές οι μετανα­στεύσεις ήταν πιο μαζικές από τις προηγούμενες και για τούτο προκάλεσαν την παρακμή των προγενέστερων πολιτισμών στις χώρες που κατέλαβαν. Λίγους αιώνες αργότερα, λαοί που ξεκίνησαν από τον Δνείστερο και περιοχές κείμενες ανατολικότερα απλώθηκαν στην Κεντρ­ική Ευρώπη και έφθασαν στη Νότια Ελλάδα, ενώ άλλοι λαοί της ίδιας προέλευσης βάδισαν προς τα ανατολικά και εισέδυσαν στο Ιράν.
 
Ινδοευρωπαίοι Προέλληνες

Μερικοί γλωσσολόγοι πρόσεξαν ότι κάποιες ελληνικές λέξεις και ελληνικά ονόματα φαίνονται να ανάγονται σε ινδοευρωπαϊκές ρίζες, αλλά δεν έχουν ελληνική φωνη­τική. Υπάρχουν μάλιστα ζεύγη λέξεων που έχουν την ίδια ινδοευρωπαϊκή ετυμολογία και συγγενική σημασία, αλλά, ενώ η πρώτη λέξη υπακούει στους κανόνες της ελληνικής φωνητικής, η άλλη δεν υπακούει. Μη ελληνική φωνητική έχουν επίσης τα εθνικά ονόματα Πελασγοί και Αχαιοί: Το πρώτο, που έχει αναχθεί στα ινδοευρωπαϊκά θέματα bhel (βλαστάνω, ανθώ) + osgho (κλαδί), αν είχε ακολουθήσει την ελληνική φωνητική, θα ήταν Φελοσχοί. Το δεύτερο, που βασίζεται στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα aqu («νερό»), στην ελληνική έπρεπε να είναι: Αταιοί ή Απαιοί. Υποτέ­θηκε, λοιπόν, ότι αυτές οι λέξεις και αυτά τα ονόματα είναι κατάλοιπα ινδοευρωπαϊκών γλωσσών που επικαλύφθηκαν από την ελληνική. Αυτές οι ετυμολογίες επικρίνονταν δίκαια ως αναπόδεικτες έως ότου δείχθηκε ότι τα ονό­ματα Πελασγοί και Αχαιοί είχαν πράγματι σχέση, το πρώτο με το φυτικό κόσμο, το δεύτερο με το νερό. Το όνομα Πελασγοί ανάγεται σε ένα παλαιό θεό, Πελασγό, που συνδέεται με τη βελανιδιά και με τη φυτική διατροφή (βελανίδια στην Αρκαδία, στάρι στη Θεσσαλία). Η ρίζα Αχ βρίσκεται σε πολλά ονόματα ποταμών στην Ελλάδα (π.χ. Ίναχος) και έξω από την Ελλάδα (π.χ. Αχαιός στην Καυκάσια). Όμως οι Αχαιοί των ομηρικών επών δεν ήταν Προέλληνες αλλά Έλληνες, που είχαν πάρει αυτό το όνομα ως διάδοχοι των Προελλήνων Αχαιών στη Θεσσαλία. Δύο ακόμη ονόματα προελληνικών λαών έχουν ινδοευρω­παϊκή ετυμολογία: Δρύοπες (από dru«δρυς») και Αίμονες (από μια ρίζα που σημαίνει δασώδης έκταση, δασωμένο βουνό). Αφού, όπως θα φανεί σε λίγο, τα πρωτοελληνικά φύλα εισχώρησαν στην Ελλάδα το 2100 και το 1900 π.Χ., οι Πελασγοί, οι Πρωτοαχαιοί, οι Δρύοπες και οι Αίμονες έφθασαν εκεί νωρίτερα. Η γεωγραφική διάδοση των εν λόγω ονομάτων στην Ελλάδα συμπίπτει με τη διάδοση κάποιων κεραμικών ρυθμών που προωθήθηκαν από την κεντρική Ευρώπη και τη βόρεια Βαλκανική ως την ελλα­δική χερσόνησο.
 
 
Πρωτοέλληνες
 
Από τον καιρό που αποδείχθηκε ότι οι κάτοικοι της Ελλάδας κατά τη Μυκηναϊκή εποχή μιλούσαν μια αρχαϊκή μορφή της ελληνικής, δεν χωρεί αμφιβολία για το ότι τα πρωτοελληνικά φύλα εισχώρησαν στην Ελλάδα πριν από την περίοδο αυτή. Οι ενδείξεις μεταναστεύσεων παλαιότερων από τη Μυκηναϊκή εποχή συσσωρεύονται περί το 2100 και περί το 1900 π.Χ. Τότε έχουμε πολλές καταστροφές οικισμών και, ύστερα από αυτές, εγκαταστάσεις ανθρώπων που έχουν φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του «Πολιτισμού των Τύμβων».
 
Στην περιοχή όπου διαμορφώθηκε και αρχικά ξαπλώ­θηκε ο «Πολιτισμός των Τύμβων» και η ινδοευρωπαϊκή γλώσσα ανάγεται επίσης η ρίζα δαν που βρίσκεται στο εθνικό όνομα Δαναοί και στα ονόματα των μυθικών μορ­φών Δαναός, Δαναΐδες και Δανάη. Η ρίζα δαν, που σημαί­νει «υγρασία, σταγόνα, νερό», απαντά σε διάφορες ινδο­ευρωπαϊκές γλώσσες, μεταξύ άλλων στην ινδική, την ιρα­νική, την κελτική, μέσα σε λέξεις, σε ονόματα ποταμών και σε ονόματα θεοτήτων που έχουν σχέση με το νερό. Ειδι­κότερο για την προέλευση και την ταυτότητα των Πρωτο-ελλήνων ενδιαφέρον έχουν τα ονόματα ποταμών και θεο­τήτων που απαντούν στην Ελλάδα, αλλά και σε χώρες από όπου εκπορεύθπκαν οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και ο «Πολιτισμός των Τύμβων», καθώς και στους μύθους των Ιρανών και των Ινδών. Οι ποταμοί Δούναβης, Δνείστερος, Δνείπερος και Δον λέγονταν κατά την αρχαιότητα, αντί­στοιχα, Δάνουβις, Δάναστρις, Δάναπρις και Τάναϊς. Στην Ελλάδα υπήρχαν κατά την αρχαιότητα τα ονόματα ποτα μών Απιδανός, Ηριδανός, Τάναος. Οι Ιρανοί και οι Ινδοί λάτρευαν θεότητες συνδεόμενες με το κοσμικό νερό, που λέγονταν DannDanawoΣτην ελληνική μυθολογία, ο Δαναός πιστωνόταν με την ανακάλυψη υπόγειων νερών, ενώ οι Δαναΐδες έφεραν ονόματα πηγών και συνδέονταν με τη λίμνη Λέρνα. Φαίνεται ότι το εθνικό όνομα Δαναοί μεταφέρθηκε στην Ελλάδα από τους Πρωτοέλληνες, επί­σης μετόχους του «Πολιτισμού των Τύμβων», δηλαδή ήταν το όνομα των Πρωτοελλήνων.
 
Τα διαθέσιμα αρχαιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι περί το 2100 π.Χ. προσβλήθηκαν μόνο μερικά σημεία των ανατολικών παραλίων της Ελλάδας από φορείς του «Πολι­τισμού των Τύμβων». Περί το 1900 π.Χ.σημειώθηκε ένα δεύτερο κύμα ινδοευρωπαίων φορέων αυτού του πολιτι­σμού από τη Μακεδονία, που είχε καταληφθεί από αυτούς περί το 2200 π.Χ. σε ολόκληρη τη νότια Ελλάδα.
 
Οι ελληνικές παραδόσεις αναφέρουν πολλά ονόματα ελληνικών φύλων που υπήρξαν κατά την Εποχή του Χαλκού. Λίγα από αυτά επέζησαν στους Ιστορικούς χρόνους. Μεταξύ εκείνων των φύλων που δεν επέζησαν ας μνημονευθούν οι Αχαιοί, οι Μινύες, οι Λαπίθες, οι Αβαντες. Από τα φύλα που σχηματίσθηκαν κατά την Εποχή του Χαλκού και επιβίωσαν μετά το τέλος της, αξιότερα μνείας είναι οι Αρκάδες, οι'Ιωνες, οι Βοιωτοί, οι Αιτωλοί, οι Φωκείς, οι Λοκροί, οι Αινιάνες, οι Περραιβοί, οι Μακεδνοί ή Μακεδόνες, οι Δωριείς, οι Οεσπρωτοί, οι Μολοσσοί. 

Από τις μετακινήσεις ελληνικών φύλων μεταξύ του 1900 και του 1100 π.Χ. αξίζουν να αναφερθούν οι εξής: οι Αρκά­δες, ξεκινώντας από την παραπίνδια Μακεδονία έφθασαν στην κεντρική Πελοπόννησο· οι Ίωνες μετανάστευσαν από τη βορειοδυτική Θεσσαλία στην Αττική, σε μερικά σημεία της ανατολικής Πελοποννήσου και στην Ήλιδα· οι Αχαιοί, αφού σχηματίστηκαν στη νότια Θεσσαλία, κατέλαβαν τη Βοιωτία, τη βορειοδυτική Πελοπόννησο, τη Μεσσηνία, την Κρήτη και αποίκησαν στο ανατολικό Αιγαίο. Οι Αχαιοί ταυτί­ζονται με τους δημιουργούς των μυκηναϊκών κρατών και του Μυκηναϊκού Πολιτισμού. Ίσως περί το 1300 π.Χ, μερικοί Μακεδνοί που κατέβηκαν από την Πίνδο στην κεντρική Ελλάδα αποτέλεσαν τον πυρήνα των Δωριέων, ένα μέρος των οποίων θα μετακινηθεί στην Πελοπόννησο περί το 1100 π.Χ. Οι μεταναστεύσεις όμως των Μινύων, των Φωκέων, των Λοκρών, των Αιτωλών αντίστοιχα, στη δυτική Βοιωτία, στη Φωκίδα, στην Υποκνημίδια Λοκρίδα και στην Αιτωλία δεν μπορούν να χρονολογηθούν.